Αιτωλίς

Αἰτωλίς
Αἰτωλίς
fem nom sg

Morphologia Graeca. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Αἰτωλίς — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰτωλίδα — Αἰτωλίς fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰτωλίδος — Αἰτωλίς fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰτωλίσιν — Αἰτωλίς fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰτωλίδ' — Αἰτωλίδα , Αἰτωλίς fem acc sg Αἰτωλίδι , Αἰτωλίς fem dat sg Αἰτωλίδε , Αἰτωλίς fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.